ΠΡΟΣΩΠΑ

ΣΗΜΕΡΑ

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ Φόρτωση ειδήσεων...

CINEMA

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
Φόρτωση...

ΘΕΑΤΡΟ

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

THESSaloniki NEWS

ΜΟΥΣΙΚΗ

Post Page Advertisement [Top]

Advertisement
ΕπιλεγμέναθέατροΘέατρο ΤεχνώνκριτικήΧριστόφορος ΧριστοφορίδηςTHEATIS REVIEWS

Το θέατρο που δεν μοιράζει πιστοποιητικά αθωότητας, είναι ένα θέατρο που έχουμε ανάγκη

 Η δεύτερη συνάντησή μου με την παράσταση του Χριστόφορου Χριστοφορίδη στο Θέατρο Τεχνών ήταν μια ακόμη υπενθύμιση πως το θέατρο που μας ξεβολεύει, μας θυμώνει και μας κάνει να κοιτάξουμε κατάματα τον εαυτό μας είναι το θέατρο που χρειαζόμαστε



Ξεκινάω να γράφω αυτό το κείμενο και διαπιστώνω πως δεν είναι καθόλου εύκολο τελικά να περιγράψεις τι συμβαίνει μέσα σου όταν μια θεατρική παράσταση καταφέρνει να αγγίξει κομμάτια της προσωπικής σου μνήμης και να τα μπλέξει με όσα έχεις ζήσει.

Το «Είστε όλοι σας καθάρματα: Ελλάδα 2.0» όμως, είναι μία παράσταση που δεν σου ζητά απλώς να παρακολουθήσεις μια ιστορία. Σε φέρνει μπροστά στη δική σου, σε όσα θυμάσαι, όσα σε πλήγωσαν, όσα σε εξόργισαν και όσα, ίσως, κάποια στιγμή επέλεξες να προσπεράσεις. Και όταν τελειώσει, το βασικό ερώτημα δεν είναι αν συμφώνησες με όσα είδες, αλλά πόσα από αυτά αναγνώρισες ως δικά σου.

Είχα την ευκαιρία να δω την παράσταση και την περασμένη χρονιά, στην πρώτη της θεατρική σεζόν. Την ξανασυνάντησα φέτος, στην πρεμιέρα του δεύτερου χρόνου της, και η αίσθηση ήταν εξίσου δυνατή. Ίσως, μάλιστα, αυτή τη φορά να ήταν ακόμη πιο ουσιαστική, γιατί όσο παίρνεις απόσταση από κάποια γεγονότα, τόσο κάποιες φορές μπορείς πιο εύκολα να αναμετρηθείς μαζί τους και ίσως να χρειάζονται μια δεύτερη φορά, για να αναγνωρίσεις πόσο βαθιά έχουν καταφέρει να σε αγγίξουν.



Στο Θέατρο Τεχνών στην Κωνσταντινουπόλεως, ο Χριστόφορος Χριστοφορίδης και οι συνεργάτες του συνεχίζουν μια θεατρική διαδρομή που, από πέρυσι μέχρι φέτος, δείχνει ότι ήρθε και είχε λόγο να το κάνει. Άλλωστε, είναι σπουδαίο να συναντάς δουλειές που δεν αρκούνται στο να παρουσιάσουν κάτι, αλλά επιχειρούν να ανοίξουν μια συζήτηση με το κοινό τους. Και μάλιστα μια συζήτηση που δεν τελειώνει απαραίτητα όταν βγεις στον δρόμο. Γιατί το «Ελλάδα 2.0» δεν σε αφήνει να παρακολουθείς από απόσταση και αυτό γίνετια ξεκάθαρο από τα πρώτα λεπτά του. Θέλει και σε βάζει μέσα στην ιστορία.

Το «Todos vosotros sois unos hijos de puta», όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος του έργου του Αργεντινού Rodrigo García, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα μιας θεατρικής γραφής που αρνείται να υπακούσει στις συμβάσεις του παραδοσιακού θεάτρου. Ο García, γεννημένος στο Μπουένος Άιρες το 1964, έχει συνδέσει τη δουλειά του με μια σκηνική γλώσσα προκλητική, αιχμηρή, συχνά ποιητική, που δεν ενδιαφέρεται να προσφέρει εύκολες απαντήσεις ούτε να χαρίσει στον θεατή την ασφάλεια της απόστασης.

Εδώ, όμως, το κείμενο συναντά την ελληνική πραγματικότητα και αποκτά μια ιδιαίτερη, σχεδόν επώδυνη οικειότητα. Με την προσαρμογή του Χριστοφορίδη και της Ελευθερίας Καμπαγιοβάνη, η παράσταση χαρτογραφεί τη νεότερη ελληνική ιστορία από τη δικτατορία μέχρι το σήμερα. Η Μεταπολίτευση, οι υποσχέσεις, τα δανεικά, η κρίση, ο νεποτισμός, η βία που κρύβεται πίσω από κλειστές πόρτες, οι κρατικές δολοφονίες, οι διαψεύσεις, τα Τέμπη και μια δημοκρατία που μοιάζει διαρκώς να διαπραγματεύεται την αξία της συνθέτουν ένα σκηνικό αναγνωρίσιμο. Όχι επειδή παρακολουθούμε απλώς μια αναδρομή σε γεγονότα που γνωρίζουμε, αλλά επειδή αναγκαζόμαστε να αναρωτηθούμε πού βρισκόμασταν εμείς μέσα σε όλα αυτά. Ξέρεις τι είναι δημοκρατία; Πάντως, πριν πας να δεις την παράσταση, δώσε μέσα σου μία απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Μπορεί να χρειαστεί να το ανατρέψεις...

Δεν πρόκειται για μια ακόμη καταγραφή όσων πήγαν στραβά σε αυτή τη χώρα. Ούτε για έναν κατάλογο ευθυνών που μοιράζονται βολικά στους άλλους. Το έργο δεν χαρίζεται σε κανέναν. Ούτε στους «από εκεί» ούτε στους «από εδώ». Ούτε σε εσένα, ούτε σε εμένα. Δεν ενδιαφέρεται να επιβεβαιώσει τις ήδη διαμορφωμένες απόψεις μας, να μας δώσει το δικαίωμα να αισθανθούμε δικαιωμένοι ή να μας προσφέρει ένα εύκολο άλλοθι που θα ήταν πολύ βολικό για όλους μας. Αντίθετα, έρχεται και ρωτάει ποια είναι η δική μας θέση σε αυτή την ιστορία. Πόσα ανεχτήκαμε; Πόσα προσπεράσαμε; Πόσες φορές συνηθίσαμε κάτι που θα έπρεπε να μας εξοργίζει; Πόσες φορές προτιμήσαμε να ξεχάσουμε, επειδή η μνήμη απαιτεί και ευθύνη; Πόσες φορές ντυμένοι με τα καλά μας και εν μέσω μίας γιορτής, παρακολουθήσαμε από την τηλεόραση μία δολοφονία αθώων ανθρώπων, συνεχίζοντας μετά τη ζωή μας σαν να μην έγινε ποτέ....

Τρεις ηθοποιοί στέκονται στη σκηνή και, μέσα από τις ερμηνείες τους, συνθέτουν το εγώ, το εσύ και το εμείς μιας ολόκληρης πορείας. Αλληλοσυμπληρώνονται, συγχρονίζονται τέλεια και δημιουργούν ένα ενιαίο σκηνικό σώμα, μέσα από το οποίο περνούν διαφορετικές εποχές, κοινωνικές συμπεριφορές, αντιφάσεις και συλλογικά τραύματα.

Επί σκηνής: Αλεξάνδρα Κασιούμη, Αλέξης Κότσυφας, Βασιλική Σγούρου


Μέσα σε μία ώρα, η παράσταση συμπυκνώνει υλικό που θα μπορούσε να απλωθεί σε πολλές περισσότερες θεατρικές ώρες. Κι όμως, δεν μιλάω για μια βιαστική περίληψη της σύγχρονης Ελλάδας. Υπάρχει ρυθμός, υπάρχει φροντίδα, υπάρχει μια σαφής κατεύθυνση που επιτρέπει στις εικόνες και στις λέξεις να λειτουργούν χωρίς να εξαντλούνται σε επεξηγήσεις. Θα μπορούσαν να έχουν συμπεριληφθεί περισσότερα γεγονότα, περισσότερες στιγμές, περισσότερες πληγές αυτής της χώρας. Φυσικά και θα μπορούσαν. Είναι, άλλωστε, τόσα πολλά όσα θα είχε κανείς να προσθέσει σε μια τέτοια καταγραφή. Αλλά έχει πράγματι σημασία να ειπωθούν όλα; Δεν νομίζω πως αυτός είναι ο στόχος.

Το ζητούμενο δεν είναι να βγει ο θεατής από το θέατρο έχοντας παρακολουθήσει μια πλήρη ιστορική ανασκόπηση. Είναι να βγει έχοντας αναγνωρίσει κάτι δικό του μέσα σε όσα είδε. Να συνδέσει τις εικόνες με τις προσωπικές του μνήμες, τις οικογενειακές του ιστορίες, τις απογοητεύσεις, τους θυμούς και τις σιωπές του. Το θέατρο ντοκουμέντο που προκύπτει εδώ, δεν περιορίζεται στην παράθεση γεγονότων. Γίνεται μια βαθιά ανθρώπινη αναζήτηση γύρω από τον τρόπο με τον οποίο το συλλογικό τραύμα αναπαράγεται, περνά από τη μία εποχή στην άλλη και τελικά ενσωματώνεται στην καθημερινότητά μας. Με τους ηθοποιούς συχνά να κατεβαίνουν από τη σκηνή και να γίνονται ένα με τους θεατές, ακριβώς επειδή ήμασταν και είμαστε μαζί μπροστά σε όλα αυτά που περιγράφει το έργο. Δεν υπάρχει ένας κόσμος που φταίει και ένας άλλος που απλώς τον κοιτάζει. Είμαστε όλοι μέσα στην ίδια εξίσωση. Με διαφορετικές ευθύνες, διαφορετικές δυνατότητες, διαφορετικές εμπειρίες, αλλά μέσα στην ίδια κοινωνία.


Ο τίτλος του έργου, είναι σκληρός, επιθετικός, σχεδόν απωθητικός για όποιον περιμένει από το θέατρο να τον υποδεχτεί με ευγένεια και να τον αφήσει να φύγει χωρίς ενοχλητικές σκέψεις. Μόνο που, όσο παρακολουθείς την παράσταση, τόσο περισσότερο αισθάνομαι ότι ο τίτλος μετατρέπεται σε ερώτημα. Ένα ερώτημα που δεν απευθύνεται αποκλειστικά στους άλλους, αλλά επιστρέφει σε εμάς τους ίδιους. Ε, και τότε τα πράγματα δυσκολεύουν.

Γιατί είναι εύκολο να θυμώσεις με τους πολιτικούς, με τους θεσμούς, με όσους διαχειρίστηκαν την εξουσία, με όσους εκμεταλλεύτηκαν τις περιστάσεις ή με όσους έκαναν πως δεν έβλεπαν. Είναι πολύ πιο δύσκολο όμως να αναρωτηθείς πότε η ανοχή έγινε συνενοχή, πότε η σιωπή μετατράπηκε σε συνήθεια και πότε η ανάγκη να συνεχίσουμε τη ζωή μας μάς έκανε να προσπερνάμε όσα θα έπρεπε να μας κρατούν ξύπνιους. Μιλάμε δηλαδή για μία παράσταση που δεν μοιράζει πιστοποιητικά αθωότητας. Δεν σου λέει πού να σταθείς, ούτε σου υποδεικνύει ποια απάντηση πρέπει να δώσεις. Σε αφήνει να συναντήσεις τον εαυτό σου μέσα στις αντιφάσεις του.

Κι αυτό, προσωπικά, είναι ένα από τα πιο πολύτιμα πράγματα που μπορεί να πετύχει μια θεατρική δουλειά. Θέλω να βλέπω θέατρο που έχει οργή. Που αμφισβητεί. Που διαθέτει επιθετικότητα όταν έχει λόγο να την έχει. Που δεν αισθάνεται την ανάγκη να χαϊδέψει τον θεατή για να κερδίσει την εύνοιά του. Θέλω να βλέπω παραστάσεις που τολμούν να με φέρουν σε δύσκολη θέση, χωρίς να με αντιμετωπίζουν ως έναν παθητικό θεατή και το «Είστε όλοι σας καθάρματα: Ελλάδα 2.0» τα καταφέρνει χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει σε έναν εύκολο εντυπωσιασμό. Δεν ένιωσα να με πιέζει να συμφωνήσω. Δεν αισθάνθηκα ότι μου ζητούσε να υιοθετήσω μια έτοιμη θέση. Με έκανε, αντίθετα, να σκεφτώ. Και να αισθανθώ.

Οι εποχές περνούν μπροστά στα μάτια σου και, μαζί τους, περνούν εικόνες και συναισθήματα που δεν ανήκουν αποκλειστικά στο παρελθόν. Γιατί μιλάμε για μία ιστορία που δεν είναι μια σειρά από κλεισμένα κεφάλαια. Είναι και ο τρόπος που ζούμε σήμερα, οι αντιδράσεις μας, οι συνήθειες που διατηρούμε, τα πράγματα που εξακολουθούμε να θεωρούμε φυσιολογικά. 

Θα γελάσεις, θα θυμώσεις, θα κουνήσεις ρυθμικά το πόδι σου, θα θυμηθείς, θα διαφωνήσεις, ίσως και να βρίσεις μέσα σου. Θα αναγνωρίσεις καταστάσεις και θα θελήσεις να απομακρυνθείς από άλλες. Θα υπάρξουν στιγμές που θα νιώσεις ότι η παράσταση σε στριμώχνει και άλλες που θα θελήσεις να της πεις πως κάπου υπερβάλλει, πως κάτι λείπει, πως η πραγματικότητα ήταν ακόμη πιο σκληρή. Όμως όλα αυτά είναι μέρος της θεατρικής εμπειρίας. Για μένα, το σημαντικότερο όμως δεν είναι αν θα συμφωνήσεις, είναι αν θα επιτρέψεις στην παράσταση να σε αγγίξει. Αν θα αφήσεις τις λέξεις και τις εικόνες να περάσουν από τη σκηνή στη δική σου ζωή. Και αυτό ακριβώς είδα να συμβαίνει μετά το τέλος αυτής της παράστασης. Παρατηρώντας ανθρώπους να βγαίνουν από την αίθουσα του Θεάτρου Τεχνών, είχα την αίσθηση ότι αρκετοί χρειάζονταν χρόνο πριν μιλήσουν. Δεν μπορώ να γνωρίζω τι ακριβώς κουβαλούσε ο καθένας φεύγοντας. Μπορούσα, όμως, να διακρίνω εκείνη τη σιωπή που δεν προκύπτει από αδιαφορία, αλλά από την ανάγκη να βάλεις σε μια σειρά όσα μόλις παρακολούθησες. Αυτό λοιπόν από μόνο του, είναι κέρδος για έναν θεατή.

Να μη προσφέρει το θέατρο απλώς μια ευχάριστη ή δυσάρεστη ώρα, αλλά να αφήνει κάτι που θα συνεχίσει να δουλεύει μέσα σου. Να το κουβαλάς στην τσέπη σου και να σου κάνει παρέα στον δρόμο προς το σπίτι, ίσως και μέχρι το επόμενο πρωί.

Μέσα σε αυτή τη συζήτηση δεν μπορώ να μη σταθώ και στο ίδιο το Θέατρο Τεχνών, στην Κωνσταντινουπόλεως 75, και στη δουλειά που παρουσιάζει υπό τη καθοδήγηση του Χριστόφορου Χριστοφορίδη και του Βασίλη Αραμπατζή.

Από την πρώτη σεζόν μέχρι τη φετινή επιστροφή της παράστασης, γίνεται φανερό πόσο σημαντικό είναι να υπάρχουν στη Θεσσαλονίκη χώροι που δίνουν βήμα σε μια θεατρική δημιουργικότητα η οποία δεν αρκείται στις ασφαλείς επιλογές. Χώροι που επιτρέπουν σε δημιουργούς να δοκιμάσουν, να προτείνουν, να αναμετρηθούν με δύσκολα κείμενα και να αναζητήσουν έναν διαφορετικό τρόπο επικοινωνίας με το κοινό. Αυτή τη δημιουργικότητα αναζητάμε συχνά πια στη θεατρική Θεσσαλονίκη. Και κάθε φορά που την εντοπίζουμε, είναι σπουδαίο.

Ο Χριστόφορος Χριστοφορίδης δεν αντιμετωπίζει το έργο ως ένα ξένο σώμα που πρέπει απλώς να μεταφερθεί στη σκηνή. Το προσαρμόζει στην ελληνική πραγματικότητα και επιχειρεί να συνομιλήσει με τη συλλογική μας μνήμη, χωρίς να μετατρέπει την παράσταση σε ένα μάθημα ιστορίας ή σε μια εύκολη πολιτική καταγγελία. Η σκηνοθετική προσέγγιση, η συμπύκνωση του υλικού και ο συντονισμός των ηθοποιών υπηρετούν μια ενιαία ιδέα, το να μη μείνει ο θεατής ασφαλής απέναντι σε όσα βλέπει. Και αυτή η επιμονή έχει τεράστια αξία στην εποχή μας. Γιατί το θέατρο χρειάζεται ανθρώπους που δεν φοβούνται να δοκιμάσουν, να εκτεθούν και να επιμείνουν σε μια καλλιτεχνική πρόταση. Χρειάζεται, επίσης, κοινό που να είναι πρόθυμο να συναντήσει κάτι διαφορετικό, χωρίς να απαιτεί από κάθε παράσταση να του προσφέρει τις απαντήσεις που ήδη αναζητά.

Δεύτερος χρόνος | Οι τελευταίες παραστάσεις

Η παράσταση διανύει τον δεύτερο χρόνο της και απομένουν δύο προγραμματισμένες παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη, το ερχόμενο Σάββατο 17/10 στις 21:00 και την Κυριακή 18/10 στις 20:00.

Εύχομαι να προστεθούν και άλλες ημερομηνίες, ακριβώς επειδή τέτοιες δουλειές αξίζει να έχουν θέση και συνέχεια στη θεατρική ζωή της πόλης.



Ταυτότητα Παράστασης: Πότε: (Σάββατο στις 21:00, Κυριακή στις 20:00) | Πού: Θέατρο Τεχνών Θεσσαλονίκης (Κωνσταντινουπόλεως 75, Ανάληψη) | Διάρκεια: 90 λεπτά Τιμές Εισιτηρίων:  Προπώληση: more.com & στο ταμείο του Θεάτρου Τεχνών Θεσσαλονίκης (καθημερινές 9:00-15:00 και πριν την παράσταση)

Συγκοινωνία: Μετρό-Στάση Ανάληψη (8 λεπτά με τα πόδια) & Λεωφορεία: 31, 1Ν, 02Κ, 32Ν, Στάση-Δημητρίου Μητροπούλου

Πληροφορίες: 2311218224      

E-mail: artstheaterskg@gmail.com







Συντελεστές


Κείμενο: Rodrigo Garcia

Σύλληψη/σκηνοθεσία: Χριστόφορος Χριστοφορίδης

Δραματουργική επεξεργασία/διασκευή: Ελευθερία Καμπαγιοβάνη, Χριστόφορος Χριστοφορίδης

Κινησιολογία: Τάσος Παπαδόπουλος

Φωτισμοί: Αθηνά Μπανάβα

Κατασκευή σκηνικού: Κατερίνα Λιόλιου

Σχεδιασμός οπτικοακουστικού υλικού: Βασίλης Αραμπατζής, Χριστόφορος Χριστοφορίδης

Δημιουργια trailer: Πάρης Γρηγοράκης

Γραφιστικός σχεδιασμός: Λευτέρης Κωνσταντίνου (elaris)

Παραγωγή: Θέατρο Τεχνών Θεσσαλονίκης & Twimagination

Υπεύθυνη Επικοινωνίας: Ελευθερία Καμπαγιοβάνη


Επί σκηνής: Αλεξάνδρα Κασιούμη, Αλέξης Κότσυφας, Βασιλική Σγούρου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Bottom Ad [Post Page]

Advertisement