Πόσες φορές έχουμε αποφασίσει να δούμε μια παράσταση επειδή πρωταγωνιστεί κάποιος που γνωρίζουμε από την τηλεόραση, χωρίς να έχουμε καν αναζητήσει τι παίζεται στα μικρότερα θέατρα της πόλης;
Χθες το βράδυ, παρακολουθώντας μία παράσταση στην πόλη, βρέθηκα να σκέφτομαι κάτι που με απασχολεί εδώ και καιρό. Πόσο ταλέντο υπάρχει τελικά στη Θεσσαλονίκη. Πόσοι ηθοποιοί διαθέτουν την ικανότητα, την ευαισθησία, την τεχνική και εκείνη τη δύσκολα προσδιορίσιμη σκηνική αλήθεια που κάνει μια ερμηνεία να σε συγκλονίσει. Και, κυρίως, πόσο συχνά αυτό το ταλέντο αναγκάζεται να ανθίζει μπροστά σε ένα κοινό πολύ μικρότερο από εκείνο που θα μπορούσε να το χειροκροτήσει.
Δεν είναι η πρώτη φορά που φεύγω από μια παράσταση με αυτή τη σκέψη. Είναι, όμως, κάθε φορά μια υπενθύμιση μιας πραγματικότητας που έχουμε μάθει να θεωρούμε σχεδόν φυσιολογική...
Η Θεσσαλονίκη διαθέτει εξαιρετικούς ηθοποιούς. Διαθέτει ανθρώπους που δουλεύουν με συνέπεια, που έρχονται αντιμέτωποι με απαιτητικά έργα, που χτίζουν ρόλους, που δοκιμάζονται και τους βλέπουμε να εξελίσσονται. Κι όμως, πολύ συχνά, η δουλειά τους παραμένει γνωστή σε έναν περιορισμένο κύκλο θεατών, ενώ το ευρύτερο κοινό εξακολουθεί να αναζητά την ασφάλεια ενός αναγνωρίσιμου τηλεοπτικού προσώπου που αποτελεί τη μοναδική εγγύηση για εκείνον ώστε να σηκωθεί από τον καναπέ του για να πάει σε ένα θέατρο.
Ας είμαστε ειλικρινείς. Όταν ένας διάσημος ηθοποιός της τηλεόρασης έρχεται στη Θεσσαλονίκη, η παράστασή του έχει αμέσως ένα πλεονέκτημα. Το όνομά του γίνεται είδηση, η φωτογραφία του κυκλοφορεί, οι συνεντεύξεις πολλαπλασιάζονται και είναι πολύ πιο εύκολο να κλειστούν με δημοσιογράφους (που σε άλλες περιπτώσεις τους κυνηγάς), τα εισιτήρια βρίσκουν ευκολότερα τον δρόμο τους προς το κοινό και όλα μοιάζουν πολύ πιο εύκολα. Ο θεατής αισθάνεται πως γνωρίζει ήδη τον άνθρωπο που θα δει στη σκηνή, καθώς έχει συνδεθεί μαζί του μέσα από σειρές, ρόλους και τηλεοπτικές σειρές. Θέλει να τον συναντήσει από κοντά, να τον δει σε μια διαφορετική συνθήκη, να γίνει μέρος αυτού του γεγονότος.
Και πολύ καλά κάνει θα πω. Δεν έχω κανέναν λόγο να κατηγορήσω έναν ηθοποιό επειδή είναι αναγνωρίσιμος, ούτε να υποτιμήσω την προσπάθεια κάποιου που έχει εργαστεί για να κατακτήσει τη θέση που έχει. Οι τηλεοπτικοί ηθοποιοί δεν φταίνε επειδή το όνομά τους πουλάει εισιτήρια. Δεν φταίνε επειδή το κοινό τούς αναγνωρίζει και επιλέγει να τους παρακολουθήσει. Κάνουν τη δουλειά τους, διεκδικούν το κοινό τους και, φυσικά, έχουν κάθε δικαίωμα να το κάνουν.
Το πρόβλημα βρίσκεται σε εμάς. Τους θεατές. Στον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε παραστάσεις, στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε την τοπική θεατρική παραγωγή, στην ευκολία με την οποία θεωρούμε ένα γνωστό πρόσωπο εγγύηση ποιότητας και έναν άγνωστο ηθοποιό μια επιλογή που μπορεί να περιμένει.
Πόσες φορές έχουμε αποφασίσει να δούμε μια παράσταση επειδή πρωταγωνιστεί κάποιος που γνωρίζουμε από την τηλεόραση, χωρίς να έχουμε καν αναζητήσει τι παίζεται στα μικρότερα θέατρα της πόλης; Πόσες φορές έχουμε προσπεράσει μια δουλειά επειδή δεν τη συνοδεύει ένα μεγάλο όνομα, μια ισχυρή διαφημιστική καμπάνια ή η υπόσχεση μιας βραδιάς που θα συζητηθεί; Και πόσες φορές έχουμε ανακαλύψει, σχεδόν τυχαία, έναν ηθοποιό που μας συγκλόνισε, για να αναρωτηθούμε μετά πώς είναι δυνατόν να μην τον γνωρίζαμε μέχρι εκείνη τη στιγμή;
Αυτό το τελευταίο είναι που με προβληματίζει περισσότερο. Όχι ότι υπάρχουν παραστάσεις με μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία. Αυτό είναι μέρος της θεατρικής πραγματικότητας. Αλλά ότι η αναγνωρισιμότητα συχνά προηγείται της ανακάλυψης, ενώ θα έπρεπε να συμβαίνει και το αντίστροφο. Να πηγαίνουμε στο θέατρο όχι μόνο για να συναντήσουμε εκείνους που ήδη γνωρίζουμε, αλλά και για να ανακαλύψουμε εκείνους που αξίζει να γνωρίσουμε και να εκπλαγούμε. Εκείνη η γοητεία της έκπληξης που νιώθεις μέσα σου να σκάει σαν μία μικρή έκρηξη!
Άλλωστε το ταλέντο δεν εμφανίζεται ξαφνικά όταν κάποιος αποκτήσει τηλεοπτική προβολή. Δεν γεννιέται τη στιγμή που θα μετακομίσει στην Αθήνα, ούτε αποκτά αξία όταν το όνομά του αρχίσει να τυπώνεται με μεγαλύτερα γράμματα στις αφίσες. Υπάρχει ήδη από πριν. Τρέφεται σε πρόβες, σε μικρές σκηνές, σε παραστάσεις που στήνονται με κόπο, σε συνεργασίες που δεν συνοδεύονται πάντοτε από τις ιδανικές συνθήκες. Υπάρχει στους ηθοποιούς που επιμένουν να εργάζονται στη Θεσσαλονίκη, να δοκιμάζονται και να διεκδικούν τη θέση τους, ακόμη κι όταν η ανταμοιβή δεν αντιστοιχεί στην προσπάθειά τους. Κάπου εδώ αρχίζει η ευθύνη μας.
Γιατί δεν μπορούμε να αναρωτιόμαστε διαρκώς γιατί οι ηθοποιοί φεύγουν από τη Θεσσαλονίκη και ταυτόχρονα να μην αναρωτιόμαστε τι κάναμε εμείς για να τους κρατήσουμε. Δεν μπορούμε να θρηνούμε για την αποδυνάμωση της θεατρικής ζωής της πόλης, όταν δεν στηρίζουμε τις παραστάσεις της. Δεν μπορούμε να απαιτούμε να υπάρχουν σημαντικές θεατρικές προτάσεις, όταν η προσέλευση του κοινού δεν επιτρέπει πάντοτε στους ανθρώπους που τις δημιουργούν να συνεχίσουν.
Δεν είναι, ασφαλώς, μόνο το κοινό που καθορίζει αυτή την πραγματικότητα. Είναι και οι οικονομικές συνθήκες, η περιορισμένη χρηματοδότηση, οι αμοιβές, οι ευκαιρίες εργασίας, η δυνατότητα μιας επαγγελματικής διαδρομής με διάρκεια. Είναι όλα εκείνα που κάνουν έναν ηθοποιό να αναζητά αλλού αυτό που δυσκολεύεται να βρει εδώ. Ωστόσο, η στάση του κοινού δεν είναι αμελητέα. Αντίθετα, αποτελεί ένα από τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά το μέλλον μιας παράστασης, ενός θεάτρου, μιας ολόκληρης καλλιτεχνικής διαδρομής.
Κάπως έτσι, αρκετοί ηθοποιοί αναγκάζονται, ύστερα από μερικά χρόνια, να φύγουν για την Αθήνα. Να αναζητήσουν περισσότερες ευκαιρίες, μεγαλύτερη επαγγελματική ασφάλεια, ένα περιβάλλον όπου θα μπορούν να εξελιχθούν και να ζήσουν από την τέχνη τους. Και τότε ορισμένοι από αυτούς επιστρέφουν κάποτε στη Θεσσαλονίκη ως πρώτα ονόματα. Επιστρέφουν με μια τηλεοπτική επιτυχία, με μια κινηματογραφική παρουσία, με μια αναγνωρισιμότητα που δεν είχαν όταν πρωτοδοκίμαζαν τις δυνάμεις τους εδώ. Και τότε οι αίθουσες γεμίζουν. Ειρωνικό;
Αναρωτιέμαι πόσοι από εκείνους που σήμερα παίζουν μπροστά σε λίγες δεκάδες ή εκατοντάδες θεατές θα μπορούσαν αύριο να γεμίζουν μεγαλύτερες αίθουσες, αν τους δίναμε τον χρόνο, την προσοχή και την ευκαιρία να εξελιχθούν. Πόσοι θα μπορούσαν να γίνουν τα ονόματα που θα αναζητούμε μερικά χρόνια αργότερα, αν δεν τους αντιμετωπίζαμε σήμερα ως μια επιλογή δεύτερης ταχύτητας.
Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη αυτοί οι λίγοι χώροι που επιμένουν. Υπάρχουν σκηνοθέτες που αναζητούν, τολμούν, εμπιστεύονται ηθοποιούς και δημιουργούν παραστάσεις χωρίς να περιμένουν πρώτα την εμπορική επιβεβαίωση. Υπάρχουν καλλιτέχνες που συνεχίζουν να δουλεύουν με πίστη στο θέατρο. Και, ευτυχώς, υπάρχει εκείνο το κοινό που ψάχνει, ανακαλύπτει, συγκινείται και, όταν έρθει η στιγμή, τους χειροκροτά.
Το κοινό αυτό όμως, χρειάζεται να μεγαλώσει. Να γίνει μια συνήθεια, μια στάση απέναντι στην πολιτιστική ζωή της πόλης. Να μην αντιμετωπίζουμε τις μικρές σκηνές ως μια εναλλακτική λύση για όσους έχουν δει τα πάντα αλλού, αλλά ως χώρους όπου μπορεί να συμβαίνουν πράγματα που αξίζει να ανακαλύψουμε πρώτοι.
Σκέφτομαι πόσο σημαντικό είναι να υπάρχουν παραστάσεις που μας φέρνουν αντιμέτωπους με το ταλέντο ανθρώπων τους οποίους ίσως δεν θα συναντούσαμε διαφορετικά. Πόσο αναγκαίο είναι να μπαίνουμε σε μια αίθουσα χωρίς να γνωρίζουμε εκ των προτέρων τι θα μας προσφέρει ένα όνομα και να φεύγουμε έχοντας ανακαλύψει μια ερμηνεία που θα θυμόμαστε.
Δεν γράφω όλα αυτά για να πω ότι πρέπει να σταματήσουμε να βλέπουμε τους γνωστούς ηθοποιούς. Ούτε για να δημιουργήσω μια αντιπαράθεση ανάμεσα στους ηθοποιούς της Θεσσαλονίκης και εκείνους που έχουν καταξιωθεί στην Αθήνα. Το ζητούμενο δεν είναι να επιλέξουμε τους μεν αντί των δε. Είναι να αλλάξουμε τα κριτήρια μας.
Ας δώσουμε μια ευκαιρία σε μια παράσταση που δεν γνωρίζουμε. Ας αναζητήσουμε τι συμβαίνει στις μικρές σκηνές της πόλης. Ας εμπιστευτούμε ανθρώπους που δεν έχουν ακόμη το όνομα που θα μας έκανε να αγοράσουμε αμέσως το εισιτήριο. Μπορεί να απογοητευτούμε κάποιες φορές. Μπορεί, όμως, να ανακαλύψουμε ηθοποιούς που θα μας κάνουν να αναρωτηθούμε γιατί δεν τους είχαμε προσέξει νωρίτερα. Γιατί το ταλέντο υπάρχει. Το ερώτημα είναι αν είμαστε διατεθειμένοι να το δούμε και να το εκτιμήσουμε.
Αν θέλουμε η Θεσσαλονίκη να παραμείνει μια πόλη με ζωντανό θέατρο, δεν αρκεί να υπερηφανευόμαστε για τους καλλιτέχνες της όταν πια έχουν πετύχει. Χρειάζεται να τους στηρίζουμε όσο ακόμη παλεύουν στην πόλη μας.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου