Η κουρτίνα ανοίγει και η παράσταση ξεκινά. Αλλά, πόσα μάτια υπάρχουν τελικά από κάτω για να παρακολουθήσουν την παράσταση; - Ο Αλέξανδρος Βασιλείου γράφει για το θέατρο στη Θεσσαλονίκη
Η κουρτίνα ανοίγει και η παράσταση ξεκινά. Αλλά, πόσα μάτια υπάρχουν τελικά από κάτω για να παρακολουθήσουν την παράσταση; Και τι επηρεάζει τελικά την προσέλευση; Η συζήτηση για το θέατρο, την απήχησή του και το πού οδεύει η ίσως πιο ζωντανή μορφή τέχνης, είναι μια συζήτηση που γίνεται εδώ και πολύ καιρό.
Ίσως αυτό το κείμενο να είναι μια αποτύπωση δικών μου σκέψεων, σε μια προσπάθεια να καταλάβω κι εγώ γιατί ενώ όταν παρακολουθώ κάποιες θεατρικές παραστάσεις νιώθω πιο προβληματισμένος και γεμάτος από ποτέ, είναι μια συνήθεια που περιορίζεται στις 5 φορές τον χρόνο.
Ας προσπαθήσουμε, όμως, μαζί να σκεφτούμε τι συμβαίνει τελικά κι ενώ τόσοι πολλοί αγαπάμε και θαυμάζουμε το θέατρο, το επισκεπτόμαστε λιγότερο απ’ όσο θα μπορούσαμε. Ή, μήπως, δε θα μπορούσαμε;
Στη δίνη των social media
Όπως το ραδιόφωνο και η εφημερίδα, έτσι και το θέατρο περνά την κρίση του, μετά την ριζική έλευση του ίντερνετ και του νέου (σοσιαλ)μιντικού σκηνικού που έχει διαμορφωθεί. Η επικράτηση του short form και οι άγριοι αριθμοί που επιβάλλει η σύγχρονη, ανώτερη όλων, δυτική κοινωνία (αμήν!) έχουν μεταφέρει το βλέμμα του κόσμου από το επίπονο και αργά εξελισσόμενο περιεχόμενο στη γρήγορη θέαση κάθετου βίντεο 10 δευτερολέπτων. Και, κάπως έτσι, σε μια κοινωνία ευθυνόφοβη (όχι από δειλία, αλλά από την κούραση των υπερβολικά πολλών υπαρχουσών ευθυνών), ένα θέαμα που απαιτεί προσοχή και μπορεί τόσο άμεσα να προκαλέσει συναισθήματα- συχνά ανεπιθύμητα- μοιάζει για πολλούς σαν ένας απόκρυφος φόβος.
Στην πραγματικότητα, σήμερα δεν μπορείς αντικειμενικά να κάνεις και πολλά με 15 ευρώ. Ούτε καλάθι βασικών προϊόντων στο σούπερ μάρκετ δε γεμίζεις. Αλλά, νομίζω- και από τις δικές μου εικόνες στα 24 μου- πως στη χώρα που γέννησε το θέατρο, ο νεοέλλην (!) δεν θα δώσει αυτό το αντίτιμο για μια παράσταση. Θα αρκεστεί απλά να λέει πόσο ακριβό σπορ είναι το θέατρο και πόσο θα του άρεσε να πηγαίνει αν μπορούσε.
Πρώτο δίλημμα στη σκέψη μου: να πω ότι αυτά τα λέει κανείς πληρώνοντας την ίδια στιγμή συνδρομή σε delivery apps, κάνοντας ζάπινγκ στις streaming πλατφόρμες και ακούγοντας μουσική σε πλατφόρμα, premium εκδοχής, δίνοντας ένα υπέρογκο ποσό σε υπηρεσίες αέρα;
Μπα, θα το ρίξω στο σύστημα. Γιατί, από τη στιγμή που φτάσαμε να θεωρούμε τη ζωή μας «μη ποιοτική» και κατώτερη, αν δεν πληρώνουμε υπηρεσίες που μας διανέμουν μουσική, ταινίες (και φαγητό βεβαίως!), που λεφτά μετά για να βγεις εκτός σπιτιού και να πληρώσεις άλλη μια one-time «συνδρομή» για να δεις θέατρο;
Να θίξουμε και το μορφωτικό επίπεδο; Σε μια χώρα με απαρχαιωμένο εκπαιδευτικό σύστημα, όπου ένας στους δύο μαθητές δυσκολεύεται να κατανοήσει ένα βασικό κείμενο, πώς θα κατανοήσει ένα θέαμα που ζωντανεύει ένα κείμενο με λεκτικούς και μη λεκτικούς τρόπους; Γιατί, το θέατρο βασίζεται περισσότερο στο μη λεκτικό και στον όσο το δυνατόν λιγότερο λεκτικό τρόπο αναπαράστασης, παρά στην απαγγελία ενός προφανούς κατανοητού κειμένου. Αυτή είναι άλλωστε η μαγεία του.
Για το κομμάτι της εκπαίδευσης, έρευνες αποτυπώνουν πως το θέατρο είναι ένα σπορ για «στρώματα» με ανώτερο και ανώτατο επίπεδο εκπαίδευσης.
Άρα, από τη μια πλευρά έχουμε μια φτωχοποιημένη κοινωνία με εκπαιδευτικές… προκλήσεις, βουτηγμένη στον βυθό των σόσιαλ μίντια. Από την άλλη;
Στην
αντίπερα όχθη…
Μέσα σε αυτό το τοπίο- από πλευράς κοινού- πολλές θεατρικές παραγωγές προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα από κλασικά, αγαπημένα έργα και μέσα από γνωστούς, ηχηρούς ηθοποιούς που θα μαζέψουν τον κόσμο στο θέατρο. Και κάπως έτσι, συχνά βλέπουμε «ανακύκλωση» των ίδιων και των ίδιων παραστάσεων, με άλλο καστ, άλλον σκηνοθέτη, αλλά με την ίδια πλοκή. Φυσικά, αυτό που αποκομίζεις είναι κάθε φορά διαφορετικό- ακόμη και στην ίδια παράσταση να πας δεύτερη φορά αλλού θα σε «ακουμπήσει»- αλλά στην πραγματικότητα, ο θεατής βλέπει κρεμασμένη την ίδια αφίσα με μικρές γραφιστικές διαφοροποιήσεις και άλλο καστ.
Βέβαια, το ρίσκο δυστυχώς μπορεί να μην οδηγήσει πουθενά καθώς σήμερα, δύσκολα κανείς θα επενδύσει σε κάτι που δεν ξέρει επιβεβαιωμένα πως αξίζει. Ίσως εκεί να οφείλεται και αυτό το κύμα νοσταλγίας που κατακλύζει την κοινωνία σήμερα. Η σιγουριά, η ασφάλεια.
Όλο αυτό δε φθείρει το δημιουργικό κομμάτι; Δηλαδή, φυσικά και υπάρχουν καινοτόμα πράγματα τα οποία χαίρουν αναγνώρισης, αλλά αυτά είναι μεμονωμένες περιπτώσεις που παρουσιάζονται σε εκπαιδευμένο κοινό και έπειτα διαχέονται σε όλη την κοινωνία. Αλλά κατά βάση, ο φόβος της αποτυχίας που κρίνει την εργασία τόσων ανθρώπων, οδηγεί θέλοντας και μη στην πεπατημένη, που τόσο ΔΕΝ ταιριάζει στην τέχνη…
Το ευτυχές της υπόθεσης
Ωστόσο, το θέατρο έχει σταθερούς φίλους- και είναι αρκετοί. Είναι αρκετές οι sold out παραστάσεις, τουλάχιστον για τις συνθήκες που περιγράψαμε, είναι πολλές οι παραστάσεις με σχεδόν γεμάτα θέατρα στις πρώτες τουλάχιστον παραστάσεις.
Και η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη που δείχνει να αγαπά το θέατρο. Το θέατρο όμως αγαπά τη Θεσσαλονίκη ή έχει γίνει μονοπώλιο της πρωτεύουσας; Και, οι πολιτιστικοί χώροι αγαπούν τις θεατρικές ομάδες της πόλης, τους δίνουν ευκαιρία ή επιλέγουν την ασφάλεια;
Που δεν ανταλλάσσουν like, αλλά ιδέες.
Που πιστεύουν ότι «τὸ κατὰ ψυχὴν ὑγιαῖνον» που έλεγε και ο Επίκτητος, δεν έχει ώρα. Και θέλει φροντίδα.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου