ΠΡΟΣΩΠΑ

ΣΗΜΕΡΑ

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ Φόρτωση ειδήσεων...

CINEMA

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
Φόρτωση...

ΘΕΑΤΡΟ

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

THESSaloniki NEWS

ΜΟΥΣΙΚΗ

Post Page Advertisement [Top]

Advertisement
Θάνος ΝίκαςθέατροπρόσωπασκηνοθέτηςσυνέντευξηArs Moriendi Theatre GroupfeatureGoethe-Institut Thessaloniki

Θάνος Νίκας: «Το ερώτημα είναι τι θέατρο θέλουμε να έχουμε στη Θεσσαλονίκη» | Συνέντευξη

Ο σκηνοθέτης του «Σλάντεκ» μιλάει στον ΘΕΑΤΗ λίγο πριν τις δύο τελευταίες παραστάσεις στο Goethe-Institut Thessaloniki



Ο «Σλάντεκ» του Έντεν φον Χόρβατ επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη από τo Ars Moriendi Theatre Group, σε σκηνοθεσία Θάνου Νίκα, μετά από μια διαδρομή δύο σεζόν στην πόλη, ένα πέρασμα από την Αθήνα και περίπου πενήντα παραστάσεις. 

Λίγο πριν από τις δύο τελευταίες παραστάσεις αυτού του νέου κύκλου στη Θεσσαλονίκη, στις οποίες το κοινό έσπευσε να βρει θέση, συναντήσαμε τον σκηνοθέτη για μια συζήτηση που ξεκινά από το έργο και φτάνει μέχρι τη Θεσσαλονίκη και τις θεατρικές της ομάδες.

Κάθε φορά που μιλάω με τον Θάνο Νίκα, διαπιστώνω πως υπάρχουν πολλά να συζητήσουμε για το θέατρο και πως αυτές οι κουβέντες διατηρούν πάντα το ίδιο ενδιαφέρον. Ο «Σλάντεκ», γραμμένος στον απόηχο της ανόδου του φασισμού στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, συναντά σήμερα έναν κόσμο που έρχεται ξανά αντιμέτωπος με τη βία, τον αυταρχισμό και τη χειραγώγηση. Στο πρόσωπο του κεντρικού ήρωα, ενός ανθρώπου που αναζητά ασφάλεια και αποδοχή και σταδιακά παραδίδει την προσωπική του κρίση στην ομάδα, αναδύεται ένα ερώτημα που παραμένει επίκαιρο, πώς μπορεί κάποιος να γίνει μέρος ενός μηχανισμού βίας, ακόμη κι όταν δεν ξεκίνησε ως θύτης;

Με αφετηρία την παράσταση, μιλήσαμε για τη διαδρομή του έργου μέσα στον χρόνο, για το βλέμμα που αλλάζει μαζί με την πραγματικότητα, για τη δύναμη της γλώσσας και της μάζας, αλλά και για την ευθύνη του θεάτρου να παίρνει θέση χωρίς να υπαγορεύει στον θεατή τι πρέπει να σκεφτεί. 

Η συζήτηση άνοιξε, παράλληλα, προς την ανεξάρτητη θεατρική σκηνή της Θεσσαλονίκης, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι δημιουργοί της πόλης και την ανάγκη για ένα θέατρο που δεν αρκείται στην αναπαράσταση της πραγματικότητας, αλλά συνομιλεί ουσιαστικά μαζί της.


 

Λίγο πριν τις δύο τελευταίες παραστάσεις του «Σλάντεκ» στη Θεσσαλονίκη, την Δευτέρα 19 και την Τρίτη 20 Οκτωβρίου, ο Θάνος Νίκας μιλά στον ΘΕΑΤΗ για όλα!

Ο «Σλάντεκ» επέστρεψε για τρίτη χρονιά. Εσείς, ως σκηνοθέτης, βλέπετε σήμερα την ίδια παράσταση που ανεβάσατε πριν από τρία χρόνια ή έχει αλλάξει μέσα από την εμπειρία της;

 Θυμάμαι στις πρώτες πρόβες για τον Σλάντεκ να συζητάμε για τη Γερμανία του Μεσοπολέμου, τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης και όλα όσα απασχολούσαν τα κείμενα του Χόρβατ. Τις συνθήκες που ευνόησαν την άνοδο του φασισμού,  από την φτώχεια, τις κοινωνικές ανισότητες και την εξαθλίωση , μέχρι την ανάγκη να ανήκεις κάπου και να βρεις έναν εχθρό για να νιώσεις ασφαλής. Τώρα που ξαναπιάσαμε το έργο με την ομάδα, έχουν μεσολαβήσει πια πάνω από οκτώ μήνες από την τελευταία παράσταση. Έχει ενδιαφέρον και είναι λυτρωτικό ότι οι λέξεις και το νόημα ήταν ακριβώς εκεί που τ’ αφήσαμε, αλλά την ίδια στιγμή γινόταν κάτι άλλο, χωρίς να υπάρχει καμία αντίφαση σε αυτό. Νιώθω ότι το ήδη υπάρχον υλικό σαν να αυτονομήθηκε και πήγε να σταθεί κάπου παράκεντρα. Παρόλο που το έργο μιλά για τη γέννηση του φασισμού στη Γερμανία, εμείς ως ομάδα θεωρήσαμε πως δεν μπορείς να μιλάς για φασισμό γενικά και αόριστα, και γι' αυτό το τέλος έχει ένα πολύ σκληρό βίντεο με εικόνες από την Παλαιστίνη. Σε αυτά τα δύο χρόνια η σφαγή έγινε γενοκτονία, ενώ παράλληλα ξεκίνησε και ένας νέος πόλεμος στην περιοχή, ίσως και παραπάνω, με απίστευτη αλαζονεία και αμετροέπεια, με μια καθόλα φασιστική στάση πολλών κρατών απέναντι στην αλήθεια. Δεν ξέρω αν άλλαξε λοιπόν η παράσταση, σίγουρα όμως άλλαξε το βλέμμα μας πάνω της, και μαζί άλλαξε και ο κόσμος μέσα στον οποίο την παρουσιάζουμε.

Ο Σλάντεκ δεν παρουσιάζεται απλώς ως «κακός άνθρωπος», αλλά ως ένας άνθρωπος που σταδιακά γίνεται γρανάζι ενός μηχανισμού. Πόσο σημαντικό ήταν για εσάς να μην τον καταστήσετε τέρας, αλλά να επιτρέψετε στον θεατή να αναγνωρίσει πάνω του κάτι ανθρώπινο;

Στο θέατρο κανένας χαρακτήρας δεν μπορεί να ειδωθεί ως τέρας, γιατί αυτό θα άλλαζε τη φύση του ίδιου του θεάτρου, που είναι κατεξοχήν ανθρωποκεντρικό. Ο Σλάντεκ είναι ένας νέος, φτωχός, φοβισμένος και μόνος χωρίς κάποιο μεγάλο όραμα ή  ιδεολογία που να τον καίει από μέσα.  Μέχρι που κάποια στιγμή βρίσκει μια ομάδα που του δίνει ακριβώς αυτό που του έλειπε, ταυτότητα, δύναμη, ένα αίσθημα του ανήκειν και παραδίδει σιγά σιγά την κρίση του σε κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο. Οπότε η ανάγκη μου ήταν να τον κρατήσω όσο πιο ανήμπορα ανθρώπινο γινόταν.

Στην παράσταση υπάρχει μια έντονη αντίθεση ανάμεσα στη μάζα και στο άτομο, με συγχρονισμένες κινήσεις, στρατιωτική πειθαρχία, συλλογικότητα από τη μία, και τον Σλάντεκ ως μονάδα από την άλλη. Για εσάς πότε ακριβώς ένας άνθρωπος παύει να είναι άτομο και γίνεται μέρος της μάζας; 

Κατά περιόδους όλοι μας έχουμε γίνει μέρος μιας μάζας, μικρότερης ή μεγαλύτερης δεν έχει σημασία αλλά ο καθένας από εμάς έχει συνταχθεί με μια κάποια αλήθεια, που είτε τον αντιπροσώπευε είτε τον δικαιολογούσε. Και δεν πιστεύω πως συμβαίνει μόνο σε πιο αδύναμους ή πιο εύκολα χειραγωγήσιμους ανθρώπους. Συνήθως ξεκινάς απ’ την γλώσσα και πριν αλλάξει η στάση σου, αλλάζουν οι λέξεις σου. Κάποιες γίνονται ύποπτες, κάποιες γελοίες, ενώ ένα μεγάλο κομμάτι της ανθρώπινης κατάστασης ερμηνεύεται με κάτι ρευστούς και χιλιοειπωμένους ορισμούς, που ο καθένας μας τους χρησιμοποιεί όπως τον βολεύει. Κι έτσι όταν φτάνεις στο σημείο να μην έχεις πια τις λέξεις για να πεις τι σου συμβαίνει, έχεις ήδη χάσει ένα κομμάτι της ελευθερίας σου, χωρίς σύγκρουση, σχεδόν χωρίς να το καταλάβεις τη στιγμή που έφυγε.




Τι φοβάστε περισσότερο όταν σκηνοθετείτε ένα τόσο πολιτικά φορτισμένο έργο, μήπως δεν πείτε αρκετά ή μήπως πείτε υπερβολικά πολλά;

 Δεν πιστεύω ότι το θέατρο πρέπει να μένει  μετέωρο, χωρίς θέση, σαν να είναι όλα ισοδύναμα. Δεν είναι. Υπάρχουν πράγματα και καταστάσεις όπου δεν χωράει ούτε η ουδετερότητα ούτε οι ίσες αποστάσεις. Από την άλλη βέβαια, το να παίρνεις θέση είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το να λες στον θεατή τι ακριβώς να σκεφτεί ή πώς να νιώσει. Όταν αποφασίζεις να ασχοληθείς με ένα έργο που γράφτηκε έναν αιώνα πριν κάτι βρήκες, κάτι σε τράβηξε, κι αυτό με τη σειρά του κάπου βρήκε χώρο να ακουμπήσει. Όλα όσα συμβαίνουν στη συνέχεια αφορούν την προσωπική διαπραγμάτευση που κάνει ο καθένας από εμάς μέσα στην ομάδα. Έτσι έρχεται μια στιγμή που η προσωπική διαδρομή του ηθοποιού μέσα στον ρόλο συναντιέται με τον χαρακτήρα του έργου. Στην ουσία βέβαια πρόκειται για σύγκρουση.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του έργου είναι ότι η πολιτική βία δεν εμφανίζεται από το πουθενά, αλλά προηγούνται η φτώχεια, η ταπείνωση, ο φόβος, η ανάγκη για ανήκειν. Υπάρχει, κατά τη γνώμη σας, ένας κίνδυνος να μιλάμε για τον φασισμό μόνο ως ιδεολογία και να ξεχνάμε τις κοινωνικές και ψυχολογικές συνθήκες μέσα στις οποίες μπορεί να βρει έδαφος;

Δεν ξέρω πια τι σημαίνει αυτή η λέξη. Έχει χρησιμοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό από όλους μας που το νόημα έχει χαθεί. Νιώθω ότι τη δεδομένη στιγμή είναι απλά ένα ακόμα εργαλείο στα χέρια ενός συστήματος. Ναι, παλιότερα ο φασισμός ήταν ιδεολογία, μετά έγινε νοοτροπία και τώρα απλά είναι μια λέξη που τη χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε όποιον διαφωνεί μαζί μας. Βέβαια, φροντίζουμε διαρκώς να την ξορκίζουμε από πάνω μας σε κάθε ευκαιρία, με έναν ζήλο σχεδόν θρησκευτικό. Και μετά η κουβέντα γίνεται για το ποιος είναι ο αντιπρόσωπος, ποιος ενσαρκώνει αυτό το κακό. Να το ξέρουμε για να ξενοιάσουμε, να φεύγει κι αυτό από τη μέση. Δεν ξέρω, νομίζω πάντως πως η εδραίωση του φασισμού δεν θα συμβεί από κάτι τριτοκλασάτους φυρερίσκους, αυτοί είναι απόλυτα εναρμονισμένοι με το σύστημα, αλλά από τους κατά τόπους, μα πάντα πρόθυμους, μικρούς Άιχμαν αυτού του τόπου.

Μετά από τόσες παραστάσεις, υπάρχει κάποια σκηνή ή κάποια φράση του «Σλάντεκ» που έχει αποκτήσει διαφορετικό βάρος για εσάς εξαιτίας της αντίδρασης του κοινού; Έχει συμβεί ποτέ ένας θεατής να σας κάνει να ξαναδείτε μια σκηνή που θεωρούσατε δεδομένη;

Σε αυτά τα δύο χρόνια τα επιμέρους νοήματα του έργου παρακεντρίζονται διαρκώς, το κείμενο μεταμορφώνεται μέσα μας σε μια ευθεία αντίστιξη με όσα συμβαίνουν γύρω μας, κι αυτή είναι μια από τις ανταμοιβές που έχεις όταν δουλεύεις με μεγάλα κείμενα. Το είδα και στην αντίδραση του κοινού. Όταν ξεκινήσαμε την παράσταση εδώ, υπήρχαν άνθρωποι που αναρωτιούνταν, ειδικά για το βίντεο στο τέλος με τη σφαγή στην Παλαιστίνη, γιατί χρειάζεται να βλέπουμε κάτι τόσο σκληρό. Όταν ένα χρόνο μετά, κατεβήκαμε στην Αθήνα, είχαμε πολλές περιπτώσεις ανθρώπων που μας έσφιγγαν τα χέρια ή αγκάλιαζαν τον Θέμη, που υποδύεται τον Σλάντεκ, γι' αυτό που μοιράστηκαν μαζί μας.



Νιώθετε να έχει αλλάξει κάτι στη σχέση σας με την Θεσσαλονίκη μέσα από αυτά τα χρόνια της καλλιτεχνικής σας δημιουργίας; Και τι σημαίνει για μια ανεξάρτητη θεατρική ομάδα να επιμένει να δημιουργεί εδώ;

Νομίζω ότι η σχέση μου με τη Θεσσαλονίκη απέκτησε με τα χρόνια όλα τα χαρακτηριστικά μιας μακροχρόνιας σχέσης, ξέρεις πού βρίσκεσαι και τι μπορείς να περιμένεις. Η πόλη έχει ανθρώπους, έχει καλλιτέχνες, έχει μια μεγάλη θεατρική ιστορία, δεν έχει όμως αυτή την κουλτούρα που θα μπορούσε να επιτρέψει σε μια ανεξάρτητη ομάδα να αναπτυχθεί με συνέχεια, και αυτό στην πράξη σημαίνει ότι μπορεί να δουλέψεις μήνες, να ρισκάρεις χρήματα, να συγκεντρώσεις ανθρώπους, ενώ στην ουσία δεν υπάρχει ικανή αγορά να σε στηρίξει. Υπάρχει και ένα πολύ πρακτικό ζήτημα που συχνά δεν το συζητάμε, πόσες παραστάσεις μπορεί πραγματικά να κάνει μια ανεξάρτητη ομάδα όταν δεν έχει δικό της χώρο ή δεν τη στηρίζει κάποιος φορέας. Συνήθως δεν μπορείς να ξεπεράσεις τις δέκα, δώδεκα παραστάσεις, ενώ μια παράσταση αρχίζει να ανοίγει μετά τις δέκα, δεκαπέντε, εκεί που βρίσκει τον ρυθμό της, οι ηθοποιοί αρχίζουν να την καταλαβαίνουν διαφορετικά, έρχεται άλλο κοινό και αρχίζει ουσιαστικά να υπάρχει από στόμα σε στόμα. Αν την κατεβάσεις πριν προλάβει να συμβεί αυτό, δεν της δίνεις  τον χρόνο να εξελιχθεί, και αυτό δεν αφορά μόνο την εξέλιξη μιας παράστασης αλλά το αν μπορείς να χτίσεις πραγματικά μια ταυτότητα. Το βλέπω και με τον Σλάντεκ που έχει φτάσει περίπου τις πενήντα παραστάσεις και συνεχίζει έναν καινούργιο κύκλο, κάτι που δεν θα μπορούσε να έχει συμβεί χωρίς τη στήριξη του Goethe-Institut, και εκεί καταλαβαίνεις τη διαφορά. Δεν μιλάμε μόνο για το αν ένας φορέας σε βοηθάει να ανεβάσεις μια παράσταση, μιλάμε για το αν σου δίνει τον χρόνο να γίνει πραγματικά παράσταση.

Σε παλιότερη συζήτηση μας, μου έχετε περιγράψει το ελεύθερο θέατρο στη Θεσσαλονίκη σαν μια προσπάθεια να «φωνάξεις κάτω από το νερό». Παρ’ όλα αυτά, η Ars Moriendi έχει καταφέρει να μεταφέρει μια δουλειά της εκτός πόλης και να επιστρέψει. Ποιο είναι σήμερα το μεγαλύτερο εμπόδιο για έναν νέο θεατρικό δημιουργό στη Θεσσαλονίκη, οι υποδομές, η χρηματοδότηση, η προβολή, το κοινό ή κάτι άλλο;

Νομίζω πως όσοι κάνουμε θέατρο σταθερά σε αυτή την πόλη, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έχουμε φιλιώσει με αυτήν την αλήθεια. Όταν ξεκινάς στη Θεσσαλονίκη ξεκινάς ήδη από μια διαφορετική θέση πάνω στον θεατρικό χάρτη, δεν ξεκινάς από το ίδιο σημείο με κάποιον που ξεκινά στην Αθήνα. Στις τελευταίες επιχορηγήσεις του Υπουργείου Πολιτισμού, για παράδειγμα, το ποσοστό που πήγε στο ελεύθερο θέατρο αυτής της πόλης ήταν κάτι λιγότερο από 4,5%, και δεν είναι μόνο τα χρήματα, είναι το μήνυμα που παίρνει μια ομάδα που αποφασίζει να δουλέψει εδώ, και μετά το ποιος θα δει τη δουλειά σου, ποιος θα γράψει γι' αυτήν, ποιος θα σε καλέσει να συνεργαστείς. Αν τα βάλεις όλα αυτά στην εξίσωση, νομοτελειακά θα αναγκαστείς να φύγεις, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει σύγκριση ανάμεσα στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, είναι μια εντελώς διαφορετική αγορά, όπου το θέατρο αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης αστικής παιδείας, ενώ εδώ, είτε μας αρέσει είτε όχι, κάτι τέτοιο δεν υπάρχει. Το ζήτημα  δεν είναι να γίνει η Θεσσαλονίκη Αθήνα, αλλά αν μπορεί να υπάρξει ως αυτό που είναι, με δικό της θεατρικό οικοσύστημα, δική της παραγωγή, δικούς της δημιουργούς και μια συνέχεια που δεν θα εξαρτάται κάθε φορά από το αν κάποιος από την Αθήνα θα κοιτάξει προς τα εδώ. Υπάρχει όμως και κάτι που αφορά το ίδιο το θέατρο και όχι μόνο τις συνθήκες μέσα στις οποίες παράγεται. Προσωπικά με ενδιέφερε πάντα ένα χρήσιμο θέατρο, ένα θέατρο που συνομιλεί με την πραγματικότητα και με την επικαιρότητα, ακόμη κι όταν αυτή μας δυσκολεύει, και νομίζω ότι στη Θεσσαλονίκη αυτή η σχέση δεν καλλιεργείται όσο θα μπορούσε. Όταν στη θεατρική πράξη δεν συγκρούεσαι με κάτι πραγματικά πυρηνικό, που σε αναγκάζει να ξανασκεφτείς τη θέση σου απέναντι στον κόσμο, έχεις κι εσύ ένα μερίδιο ευθύνης για τη σχέση που διαμορφώνεται με το κοινό. Και εδώ νομίζω ότι τη μεγαλύτερη ευθύνη την έχουν οι  οργανισμοί της πόλης που στηρίζονται σε δημόσια χρηματοδότηση, ακριβώς επειδή διαθέτουν υποδομή, ανθρώπινο δυναμικό και πόρους που μια ανεξάρτητη ομάδα δεν μπορεί ούτε να φανταστεί. Θα περίμενα από τέτοιους οργανισμούς να ανοίγουν δρόμους, να ρισκάρουν καλλιτεχνικά, να φέρνουν το κοινό σε επαφή με πράγματα που ίσως δεν γνωρίζει ή που μπορεί και να το ενοχλήσουν, γιατί αν αυτό γινόταν με συνέπεια, θα μετακινούσε και το κοινό και τους υπόλοιπους δημιουργούς, θα προέκυπτε ένας δημιουργικός συναγωνισμός και εντέλει μια διαφορετική κινητικότητα σε ολόκληρη την πόλη. Αυτό με απασχολεί και με τις επιχορηγήσεις, γιατί δεν είναι μόνο πόσες ομάδες θα ανεβάσουν μια παράσταση, αλλά ποιες φωνές θα έχουν τη δυνατότητα να ακουστούν, και όταν οι πόροι συγκεντρώνονται σε λίγους οργανισμούς περιορίζεται αναπόφευκτα ο χώρος για πειραματισμό που ενδεχομένως μπορεί να γεννήσει κάτι καινούργιο. Οπότε για μένα, το ερώτημα δεν είναι απλώς πώς θα επιβιώσουν οι ανεξάρτητες ομάδες, αλλά τι θέατρο θέλουμε τελικά να έχουμε. Ένα θέατρο που επιβεβαιώνει διαρκώς αυτό που ήδη ξέρουμε ότι λειτουργεί ή ένα θέατρο που μπορεί να διακινδυνεύσει, να συγκρουστεί με την πραγματικότητα και να μετακινήσει λίγο τα πράγματα.

Από τον «Σλάντεκ» μέχρι τη σημερινή εποχή της αδιάκοπης πληροφορίας και του ατελείωτου scrolling, φαίνεται να υπάρχει ένα κοινό ερώτημα, το πώς διατηρεί ο άνθρωπος την προσωπική του κρίση όταν βρίσκεται διαρκώς μέσα σε ένα ισχυρό συλλογικό αφήγημα. Εσείς, ως καλλιτέχνης, πώς προστατεύετε τη δική σας ματιά από την ανάγκη να επιβεβαιώνετε όσα ήδη πιστεύετε;

Δεν θα έλεγα ότι υπάρχει ένα καθαρό δικό μου βλέμμα, δεν νιώθω να στέκομαι έξω από το συλλογικό αφήγημα κοιτάζοντάς το, είμαι μέσα όπως όλοι. Συχνά νομίζουμε πως σκεφτόμαστε πιο ελεύθερα ενώ απλώς επαναλαμβάνουμε μια άλλη εκδοχή του ίδιου πράγματος, με διαφορετικά λόγια, πιο προσωπικά ίσως, αλλά όχι απαραίτητα πιο δικά μας. Κι εγώ με τις βεβαιότητες και τις εμμονές μου παίζω, κι εγώ διαλέγω κάποιες φορές να βλέπω μόνο ό,τι με επιβεβαιώνει, ίσως γιατί είναι πιο άνετο έτσι. Τώρα αν κάτι λειτουργεί ως φίλτρο για το βλέμμα μου, είναι οι άνθρωποί μου, η ομάδα μου και γενικά ποιους επιλέγω να έχω κοντά μου. Δεν αρκεί να έχεις καλές προθέσεις ή να διαλέξεις ένα σοβαρό θέμα, για να έχεις αυτόματα και τη σωστή ματιά πάνω του. Πρέπει να αμφισβητείς και τον ίδιο τον τρόπο που το πλησιάζεις, ειδάλλως κινδυνεύεις να χρησιμοποιήσεις το θέατρο απλώς για να πεις πιο δυνατά αυτά που ήδη πιστεύεις.

Αν ο «Σλάντεκ» ξεκίνησε ως μια ιστορία για το πώς ένας άνθρωπος μπορεί να γίνει εργαλείο ενός συστήματος, τι θα θέλατε να μένει μέσα στον θεατή όταν βγει από το Goethe-Institut; Όχι ως απάντηση, αλλά ως ερώτημα που θα συνεχίσει να τον ακολουθεί και θα «παλέψει» να απαντήσει;

 Δεν έχω αυταπάτες πως κάθε θεατής θα κουβαλήσει ένα υπαρξιακό ερώτημα μέχρι το σπίτι του. Αλλά αν έστω ένας άνθρωπος μετά την παράσταση, νιώσει λιγότερο σίγουρος για τον εαυτό του και την πραγματικότητα που συμβαίνει γύρω μας, τότε η παράσταση την έκανε τη δουλειά που μπορούσε να κάνει.

 

 *Ταυτότητα παράστασης: «Σλάντεκ» του Έντεν φον Χόρβατ | Μετάφραση: Γιώργος-Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης | Σκηνοθεσία: Θάνος Νίκας | Δραματουργία: Πηνελόπη Χατζηδημητρίου | Σκηνικός χώρος – Κοστούμια: Ευαγγελία Κιρκινέ | Ερμηνεύουν: Βύρων Αναγνωστόπουλος | Πάνος Αναγνωστόπουλος | Δανάη Κλάδη | Αλέξης Κότσυφας | Ευγενία Κουζέλη | Θέμης Σουφτάς | Χώρος: Goethe-Institut Thessaloniki | Ημερομηνίες: Τελευταίες παραστάσεις στις 19 και 20 Οκτωβρίου | Ώρα: 21:00 | Η προπώληση και οι κρατήσεις πραγματοποιούνται μέσω του Ticket Services.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Bottom Ad [Post Page]

Advertisement